Η λακτόζη είναι ένα σάκχαρο που βρίσκεται κατά κύριο λόγο στο γάλα τόσο του ανθρώπου όσο και των υπόλοιπων θηλαστικών ζώων. Από άποψη δομής η λακτόζη είναι ένας δισακχαρίτης, δηλαδή είναι το αποτέλεσμα της ένωσης δύο μονοσακχαριτών, της γλυκόζης και της γαλακτόζης.
Στην πράξη η λακτόζη είναι ο λόγος που το γάλα από τη μια μας γλυκίζει στη γεύση αλλά από την άλλη σε πολλούς ανθρώπους δημιουργεί και αίσθημα δυσφορίας, “φουσκώματα” ή και διάρροιες.
Λακτάση είναι ένα ένζυμο που παράγεται από κάποια κύτταρα που βρίσκονται στην επιφάνεια του εντέρου μας. Σκοπός αυτού του ενζύμου είναι να διασπάσει τη λακτόζη, που όπως είπαμε είναι ένας δισακχαρίτης, σε μονοσακχαρίτες, δηλαδή σε γλυκόζη και σε γαλακτόζη. Αυτή είναι μια διαδικασία που πρέπει να γίνει έτσι ώστε η λακτόζη να μπορέσει να απορροφηθεί από τον οργανισμό μας, μιας και το έντερό μας δεν μπορεί να απορροφήσει μεγάλα σάκχαρα όπως οι δισακχαρίτες, παρά μόνο μονοσακχαρίτες.
Ο πρακτικός κανόνας που ισχύει είναι πως 1.000 μονάδες FCC (Food Chemical Codex) διασπούν περίπου 5 γραμμάρια λακτόζης. Όμως συνήθως χρειάζεται μεγαλύτερη ποσότητα ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη σιγουριά πως αρκετή ποσότητα ενζύμου είναι διαθέσιμη όταν αρχίσει η πέψη της λακτόζης.
| 100 γραμμάρια προϊόντος | Περιεκτικότητα λακτόζης σε γραμμάρια* |
|---|---|
| Γάλα πλήρες 3,5% | 4,7 |
| Γάλα πλήρες 1,5% | 4,8 |
| Γάλα κατσικίσιο | 4,4 |
| Ξυνόγαλο | 4,0 - 4,2 |
| Βούτυρο | 0,6 - 1,7 |
| Κρέμα γάλακτος | 2,0 - 3,6 |
| Γιαούρτι | 3,2 - 5,6 |
| Κεφίρ | 3,5 - 6,0 |
| Σοκολάτα γάλακτος | 9,5 |
*Ενδεικτικές τιμές
Στη δυσανεξία στη λακτόζη υπάρχει μερική ή και πλήρης έλλειψη του ενζύμου λακτάση, με αποτέλεσμα η λακτόζη να μην μπορεί να απορροφηθεί από τον οργανισμό. Αυτό έχει ώς αποτέλεσμα την παραμονή της λακτόζης μέσα στον εντερικό σωλήνα και κατ’ επέκταση όλα τα δυσάρεστα συμπτώματα όπως τα φουσκώματα και οι διάρροιες. Ας δούμε όμως πώς συνδέονται αυτά τα συμπτώματα με την παραμονή της λακτόζης στο έντερο.
Ολα τα ζώα, μαζί με αυτά και ο άνθρωπος, έχουνε βακτήρια στο έντερό τους. Αυτά τα βακτήρια τρέφονται με υπολείμματα απο τα τρόφιμα του ανθρώπου ή του ζώου, τα οποία στην πορεία τους στον εντερικό σωλήνα δεν απορροφήθηκαν. Αυτό σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να βοηθάει γιατί τα βακτήρια αυτά μπορεί να διασπούν σε μικρότερα κομμάτια τροφές οι οποίες δεν μπορούν να απορροφηθούν στην αρχική μορφή τους από το έντερο, καθιστώντας με τη διάσπαση αυτή δυνατή την απορρόφησή τους. Εκτός αυτού, σε πολλές περιπτώσεις αυτά τα βακτήρια παράγουν ουσίες οι οποίες είναι απαραίτητες για τον οργανισμό μας, όπως η βιταμίνη Κ.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει όταν το έντερο δεν απορροφά σάκχαρα όπως η λακτόζη (επειδή όπως είπαμε δεν μπορεί να τη διασπάσει έτσι ώστε να την απορροφήσει). Η λακτόζη στις περιπτώσεις αυτές φτάνει στα βακτήρια αυτά που με μεγάλη χαρά τρώνε τη “ζαχαρη” που τους προσφέρεται απλόχερα, μιας και είναι μια πολύ εύκολη και απλή πηγή ενέργειας γι’ αυτά. Στην πορεία οπως, σαν παραπροϊόν του μεταβολισμού τους, τα βακτήρια παράγουν αέρια, τα οποία και προκαλούν ένα δυσάρεστο φούσκωμα. Σε άλλες περιπτώσεις πάλι αν το έντερο κινείται λίγο πιο γρήγορα από τη φύση του, μπορεί η Λακτόζη να μην προλαβαίνει να πεφθεί από τα βακτήρια και να δημιουργεί διάρροιες. Αυτό συμβαίνει γιατί η Λακτόζη ώς σάκχαρο, κρατάει λόγω της οσμωτικής πίεσης πολύ νερό μέσα στο έντερο, με αποτέλεσμα να το “ξεπλένει”.
Αρχικά ας ξεκαθαρίσουμε πως η δυσανεξία στη λακτόζη, δηλαδή η ανεπάρκεια στην παραγωγή λακτάσης δεν είναι κάποια δυσλειτουργία του οργανισμού, δεν αποτελεί ασθένεια, ούτε και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Στη φύση είναι αναγκαίο ένα θηλαστικό όπως ο άνθρωπος να παράγει λακτάση για το χρονικό διάστημα που το γάλα είναι απαραίτητη πηγή ενέργειας και αναγκαίο κομμάτι της διατροφής, δηλαδή την περίοδο του θηλασμού. Απο τη στιγμή που ένα βρέφος θα σταματήσει να τρέφεται με μητρικό γάλα, η λακτάση παύει να είναι ζωτικής σημασίας και σε πολλούς ανθρώπους μειώνεται σταδιακά η δυνατότητα παραγωγής της. Αυτή η μείωση μπορεί να φτάσει και σε πλήρη έλλειψη του ενζύμου και κατ’ επέκταση σε πλήρη δυσανεξία στη λακτόζη. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί ένας οργανισμός να μην παράγει επαρκή λακταση ήδη από τη βρεφική ηλικία, όποτε ο θηλασμός να πρέπει να σταματάει και να χρησιμοποιούνται υποκατάστατα γάλακτος που δεν περιέχουν λακτόζη.
Ο πιό απλός τροπος να καταλάβει κανείς ότι έχει δυσανεξία στη λακτόζη είναι να αφαιρέσει από τη διατροφή του τα γαλακτοκομικά προϊόντα για μια εβδομάδα και να παρατηρήσει αν υποχώρησαν τα δυσάρεστα συμπτώματα της δυσανεξίας στη λακτόζη. Ένας άλλος τρόπος είναι να παίρνει κανείς λακτάση πριν την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων για μια εβδομάδα. Η βελτίωση των συμπτωμάτων και στις δύο περιπτώσεις είναι ενδεικτική για δυσανεξία στη λακτόζη. Όπως προαναφέρθηκε, η λακτάση είναι ένα φυσιολογικό ένζυμο που παράγει και ο ανθρώπινος οργανισμός και δεν υπάρχει επικινδυνότητα στη λήψη της ακόμη κι αν δεν έχει κανείς δυσανεξία στη λακτόζη. Σε περίπτωση επιμονής των συμπτωμάτων, είναι σημαντικό να γίνει περαιτέρω διερεύνησή τους από ιατρό και ιδανικά από γαστρεντερολόγο.
Άλλες μέθοδοι διάγνωσης της δυσανεξίας στη λακτόζη είναι οι παρακάτω, οι οποίες διεξάγονται αποκλειστικά από εξειδικευμένους ιατρούς και εργαστήρια:
Σε περιπτώσεις όπου η παραγωγή λακτασης από τον οργανισμό δεν επαρκεί, υπάρχει η δυνατότητα υποκατάστασης της ενδογενούς αυτής παραγωγής με εξωγενή χορήγηση έτοιμου ενζύμου. Στην πράξη αυτό μπορεί να γίνει είτε με το να δώσουμε στον οργανισμό το ένζυμο σε μορφή χαπιού είτε με το να βάλουμε σε σταγόνες λακτάσης στο ρόφημα που περιέχει λακτόζη. Αυτό το ένζυμο δεν θεωρείται ουτε φάρμακο, ούτε και έχει παρενέργειες, αλλά είναι ένα ένζυμο που παράγεται και από τον οργανισμό. Το ένζυμο αυτό, αφότου εκτελέσει τη λειτουργία του, δηλαδή να διασπάσει τη λακτόζη σε γλυκόζη και γαλακτόζη έτσι ώστε αυτά στην πορεία να μπορέσουν να απορροφηθούν, διασπάται κι αυτή και μεταβολίζεται όπως και η λακτόζη που θα παραγόταν απο τον οργανισμό.
Από αυτό τον κανόνα εξαιρούνται τα άτομα τα οποία έχουν εκ γενετής πλήρη δυσανεξία στη λακτόζη. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα μωρά αυτά δεν επιτρέπεται ούτε να θηλάσουν, και ουτε και συστήνεται να βασίζονται σε υποκατάστατα του ενζύμου χωρίς ιατρική συμβουλή
Σκοπός της λήψης του συμπληρώματος της λακτάσης είναι να φτάσει στο πεπτικό σύστημα την ίδια περίπου ώρα με τα τρόφιμα τα οποία περιέχουν λακτόζη. Με αυτόν τον τρόπο πετυχαίνεται η βέλτιστη ανάμιξη και αποτελεσματικότητα του ενζύμου. Γι’ αυτό η λακτάση θα πρέπει να λαμβάνεται λίγο πριν ή κατα την διάρκεια της κατανάλωσης των τροφών που περιέχουν λακτόζη, αλλά όχι μετά. Ένας ακόμα παράγοντας που επηρεάζει την δράση του ενζύμου είναι το κατα πόσο είναι άδειο το στομάχι. Για παράδειγμα αν έχουμε άδειο στομάχι και καταπιούμε ένα χαπάκι λακτάσης, το ένζυμο θα κινηθεί πιο γρήγορα από την τροφή την οποία θέλουμε να διασπάσει και μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερη αποτελεσματικότητα. Για το λόγο αυτό, συστήνεται τα χαπάκια πεπτικών ενζύμων να μη λαμβάνονται με εντελώς άδειο στομάχι. Επίσης η ποσότητα του ενζύμου που λαμβάνεται θα πρέπει να είναι επαρκής για την ποσότητα λακτόζης που θέλουμε να διασπάσει.
Πιο συγκεκριμένα, για να διασπαστεί η λακτόζη που περιέχεται σε ένα ποτήρι γάλα, χρειαζόμαστε περισσότερη λακτάση από αυτήν που χρειάζεται για 30 γραμμάρια τυρί, γιατί τα περισσότερα ωριμασμένα τυριά έχουν λιγότερη λακτόζη σε σχέση με το γάλα. Ενδεικτικά, στην ενότητα Τι είναι λακτάση; θα βρείτε έναν πίνακα όπου αναφέρονται οι προσεγγιστικές περιεκτικότητες σε λακτόζη σε διάφορα γαλακτοκομικά προϊόντα. Αν πιστεύετε πως το ένζυμο δεν αρκεί για το βαθμό δυσανεξίας που έχετε, ή για το γαλακτοκομικό προϊόν που πρόκειται να καταναλώσετε, μπορείτε να λάβετε ένα ακόμη δισκίο, καθώς όπως προαναφέρθηκε το ένζυμο δεν ενέχει κίνδυνο υπερδοσολογίας.
Theme by mattgraham